Λευτεριά στις γυμνές λέξεις

Αδυνατώ να ξεχάσω εκείνη την πρώτη φορά που διάβασα Τσ. Μπουκόφσκι.

Ήμουν έντεκα χρονών.  «Ο βρόμικος κόσμος».  Αυτή η  συλλογή διηγημάτων που είχε πέσει τυχαία στα χέρια μου μες το κατακαλόκαιρο δεν ήταν σίγουρα μια καλή αρχή, μια πρώτη επαφή ρε αδερφέ μου,  με τον κόσμο των βιβλίων. Αντιθέτως. Το διήγημα ως λογοτεχνική φόρμα που ήταν άγνωστο. Μόλις τέλειωσα την πρώτη διήγηση, την πρώτη ιστορία,  βραχυκύκλωσα και απορούσα γιατί οι επόμενες σελίδες είχαν διαφορετικούς τίτλους και  άλλους πρωταγωνιστές. Για τον απλούστατο λόγο, ήταν αυτοτελή διηγήματα-αδιάφορο για εμένα.  Και φυσικά το μεγάλο άστρο, η μεγάλη αποκάλυψη: Μπορείς να βρίζεις ανενόχλητος, να περιγράφεις μουνιά και πέη, να αφηγείσαι πολύωρους αυνανισμούς, να ζωγραφίζεις σαν άλλος Πικάσο με λέξεις μια πρόωρη εκσπερμάτωση μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο ή να αποτυπώνεις τις καμπύλες και τις γωνίες ενός πανέμορφου γυναικείου κώλου και αντί να νιώσεις την νέμεση των απανταχού θεών-να τυπώνεσαι και να μεταφράζεσαι από την Αμερική ως την Ινδία και να πεθαίνεις περιβεβλημένος τον μανδύα ενός μεγάλου συγγραφέα στην ζεστή Καλιφόρνια. Και όλα αυτά μπορείς να τα φορτώσεις σε σελίδες.  Σε πολλές σελίδες. Οι οποίες θα καταλήξουν βιβλίο.

Αδιανόητο. Η μέχρι τότε ιδέα μου για τα βιβλία, με μόνη εικόνα τα σχολικά,  ήταν πως επρόκειτο για βαριά, ασήκωτα και απρόσιτα γκρίζα υλικά αντικείμενα,  στα οποία πρόσβαση είχαν οι απανταχού ασήκωτοι και γκρίζοι άνθρωποι,  εγκόσμιοι θρήσκοι και λοιποί δάσκαλοι, ερχόταν σε πλήρη ρήξη με την παραπάνω ανακάλυψη.  Αυτά τα βιβλία δεν ήταν για πιστούς, αλλά για άπιστους, για αμαρτωλούς και για παρίες. Οι οποίοι καλούνταν να απελευθερώσουν τα γκρίζα, σκούρα και άνοστα βιβλία-κατ επέκταση τους γκρίζους, σκούρους και άνοστους ανθρώπους- από την δύνη της κοσμικής θρησκείας τους, της λατρευτικής τους πλάνης για ένα συγκεκριμένο μοντέλο έκφρασης και αποτύπωσης της πραγματικότητας.    Όντας έντεκα, μπορούσα πανευτυχής να ταυτιστώ με αυτήν την απελευθέρωση ανθρώπων και βιβλίων-όπως φάνταζε στα μάτια μου- έπειτα από την εξάχρονη θητεία σε ένα σχολείο (μοναστήρι ) για βιβλία.

Η γλώσσα που μιλάμε, που γράφουμε και διαβάζουμε δεν είναι αυτονόητη. Και όταν λέω αυτονόητη εννοώ πως φαινομενικά μπορούμε να περιγράψουμε το οτιδήποτε βλέπουμε ή ακούμε. Να πλάσουμε με τον φαινομενικά ατέλειωτο πυλό των λέξεων ένα γλυπτό σε μια σελίδα διαλέγοντας προσεκτικά όποιο κομμάτι πυλού επιθυμούμε.  Όμως, κυρίως στον κόσμο του ιντερνέτ –και όχι μόνο αλλά πλέον αυτός ο κόσμος διαθέτει πλήθος ανθρώπων- ο καθένας μπορεί να σου στερήσει αυτόν τον πυλό. Κάποιο κομμάτι του.

Και ξάφνου, έτσι εντελώς αναπάντεχα, γίνεσαι χίλια δύο πράγματα-που ούτε φανταζόσουν ποτές πως θα κατάφερνες να επιτεύξεις.

Αν γράφεις, σαν άλλος Σολωμός ύμνους εις την ελευθερίαν ή αν περιγράφεις με μελιστάλακτα λόγια μια μεταφυσική αγάπη για την πατρίδα , είτε είσαι ο Ελύτης είτε μαχητής του IRA είτε Καταλανός,  ξάφνου μπορεί να γίνεις «φασίστας».

Παράλληλα μπορείς να αποκτήσεις την ιδιότητα του σεξιστή αν πολύ απλά μπορείς με αληθινή αρτιότητα να περιγράψεις μια σεξουαλική πράξη ή ένα γυναικείο σώμα χωρίς εκπτώσεις.

Δεν χρειάζεται να πεις ή να γράψεις κάτι υποτιμητικό για μια γυναίκα. Αρκεί να την αποτυπώσεις με τον φωτογραφικό σου φακό εν ώρα ερωτικής πράξης ή και όχι και αμέσως αυτό τιμωρείται και κατακρίνεται από τους εγκόσμιους θρήσκους.  Και ας είσαι και ο Henri Cartier ή ο  Helmut Newton θρύλοι της ερωτικής και αισθησιακής αποτύπωσης αλλά και της κοινωνικής πραγματικότητας με τις συγκρούσεις της .

Μπορείς να προσπαθήσεις να ξεγυμνώσεις με λέξεις το πανέμορφο σώμα μιας γυναίκας στην προσωπική σου σελίδα με το προσωπικό σου στυλό, να εξυψώσεις αυτήν την ομορφιά τόσο φυσικά και ανθρώπινα όπως θα την ξεγύμνωνες είμαι σίγουρος αν βρισκόσασταν στο κρεβάτι σου, με απόλυτο ενδόμυχο σεβασμό ή δέος. Εκεί δεν θα υπήρχε καμιά πολυτέλεια  φυσικές και πηγαίες λέξεις που προκαλούν και ανάβουν τους αισθησιακούς μηχανισμούς  να αντικατασταθούν με ποιο political correct λέξεις. Αυτά που σε κάνουν να ερωτευτείς ή να σκιρτήσεις ερωτικά και να σου γεννήσει το σαρκικό πάθος είναι δύο καστανά μάτια,  λίγες ξανθές ίσιες  τρίχες, δύο βυζιά ή ένας γυμνός ώμος ή ένα χαμόγελο.

Είναι δεδομένα του ερωτισμού και είναι ανθρώπινα. Και αξίζουν να αποτυπωθούν έτσι σε χαρτί, σε οθόνη ή στην άμμο..

Αυτός λοιπόν ο μεταπουριτανισμός που προστατεύει τα πάντα και  όλους και τείνει να καταργήσει και τους ποιο φυσικές εκφράσεις, που μας αφήνει με λίγο πυλό στα χέρια, είναι ο μόνος αισχρός και ανήθικος παράγοντας. Φανταστείτε μόνο πόσο φτωχή θα ήταν η λογοτεχνία αν την καταδικάζαμε, την πετσοκόβαμε, ή την κούρεμα στα δικά μας γούστα και χτενίσματα, εις χάριν ανοργασμικών ή και ηθικών επιταγών μας . Πόσα λιγότερα αρχαία αγάλματα θα είχαμε, ή πόσο ατελείς θα ήταν η Αφροδίτη αν φορούσε σουτιέν. Και οι αρχαίες θεές,  γυμνές τριγυρνούσαν στα σοκάκια των αρχαίων μύθων. Όχι πολύ παλιά το 2015 πραγματοποιήθηκε στην Αγγλία μια μεγάλη έκθεση του Βρετανικού μουσείου στο Λονδίνο όπου εξερευνούσε σε βάθος την εξέλιξη και τις επιρροές του «ωραίου» στην αρχαία Ελλάδα. Ο τίτλος : O ορισμός του ωραίου, το σώμα στην Τέχνη στην Αρχαία Ελλάδα. Είναι ένας εθνικός θησαυρός και μια ευκαιρία για εμάς να δούμε πώς έμοιαζαν πραγματικά τα ελληνικά, μπρούτζινα αγάλματα”, είχε δηλώσει ο διευθυντής του Βρετανικού μουσείου Νίλ Μακγκρέγκορ.                                                                                                   

Η λογοκρισία του ωραίου και του αισθησιακού μοιάζει με τους καθολικούς μοναχούς που βεβήλωναν τα αρχαία αγάλματα κόβοντας τα γεννητικά τους όργανα ή πλάθοντας από  πάνω τους φύλα συκής. Αλήθεια ρωτήσαμε ποτέ τον Αδάμ ή την Εύα αν τους βόλευαν αυτά τα φύλα εκεί κάτω στην μέση κοτζάμ παραδείσου; Βόλευαν πάντως τους απανταχού ιερείς, που απείχαν σεξουαλικά και είχαν αφιερώσει την αγνότητα και τις αισθήσεις τους σε μια κάμερα στον ουρανό-τα κατεξοχήν παρά φύση άτομα ανά τους αιώνες.

Mεγαλώνοντας εξοικειώθηκα με την διηγηματική φόρμα. Τον Μπουκόφσκι τον ξεπάτωσα, μαζί και άλλους τολμηρούς αμαρτωλούς διαφόρων εποχών. Εγκόσμιους θρήσκους χτισμένους από αλήθειες φυσικά συνάντησα πολλούς,  και εν μέσω αυτών μια πανέμορφη διαπίστωση που άργησα να την κάνω.

Ούτε οι γυμνοί άνθρωποι ούτε και οι γυμνές λέξεις ποτέ στην ιστορία δεν πρόσβαλαν, δεν βεβήλωσαν ή στέρεψαν τον πολιτισμό και την ζωή. Ο άνθρωπος γυμνός γεννήθηκε και λάτρεψε την γυμνή αλήθεια. Και μόνο σε αυτήν βρήκε γαλήνη. Η παρακαταθήκη του πολιτισμού των προγόνων μας, στην πλειονότητα της, αν το σκεφτούμε, γυμνή είναι. Και έχει τους λόγους της.

Η φωτογραφία του Henri Cartier από το magnum photos, αλιευμένη από το internet.
[ 89 επισκέψεις | 1 σήμερα ]

About The Author

Σχετικά videos

LEAVE YOUR COMMENT